ΠΕΡΙ ΠΟΛΛΩΝ ΚΑΙ ΤΙΝΩΝ ΑΛΛΩΝ - AFTER ALOSIN ALLOFRON ΕΝΝΙΟΤΕ ΚΑΙ ΑΦΡΩΝ

        Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου Βιβλία και «Λόγοι»

15/2/16

Neuroscience-Νευροεπιστήμη, Νευροθεολογία, Νοερά προσευχή

 

Η Νευροεπιστήμη εμφανίστηκε ως έχει περίπου το 1950 με τα πρώτα νευροαπεικονιστικά μηχανήματα να κάνουν την εμφάνισή τους εκείνη την εποχή. Οι Νευροεπιστήμονες εστιάζουν συνήθως στον εγκέφαλο και το πώς οι εκούσιες ή ακούσιες διεργασίες που συμβαίνουν σε αυτόν, συνδέονται με τη συμπεριφορά και τις γνωστικές μας λειτουργίες. Η Νευροεπιστήμη είναι διαθεματική επιστήμη που συνδέει διαφορετικά γνωστικά πεδία ή δραστηριότητες του ανθρώπου, όπως τη χημεία, την επιστήμη των υπολογιστών, τη μηχανική, τη φυσική, τα μαθηματικά, την ιατρική και συναφείς κλάδους, τη γλωσσολογία, τη φιλοσοφία, το μάρκετινγκ, τις τέχνες (μουσική, χορό κλπ.), τη ψυχολογία, την εκπαίδευση, τη νομική, τη θρησκεία, τη θεολογία, σε συνδυασμό με τις εγκεφαλικές λειτουργίες. Οι Νευροεπιστήμονες μελετούν το αποτύπωμα, τα ίχνη, όλων αυτών των δραστηριοτήτων του ανθρώπινου νου, στον εγκέφαλο. «Η Νευροεπιστήμη είναι φυσική επιστήμη και ερευνά τις λειτουργίες του εγκεφάλου, τη λειτουργική αρχιτεκτονική του νου, και τη χαρτογράφηση της συνεργασίας εγκεφάλου και νου» (Ian M. Devonshire and Eleanor J. Dommett, Neuroscience: Viable Applications in Education? The Neuroscientist 16(4) 349–356).


 

«Η Νευροθεολογία είναι η περιοχή της επιστήμης και της έρευνας που προσπαθεί να κατανοήσει τη σχέση μεταξύ εγκεφάλου και θεολογίας και ευρύτερα μεταξύ νου και θρησκείας. Πολλά βιβλία έχουν γραφτεί για τη σχέση μεταξύ εγκεφάλου και θρησκευτικού βιώματος και πολλά επιστημονικά άρθρα έχουν δημοσιευθεί γι' αυτό το θέμα» (Andrew B. Newberg, Principles of Neurotheology, University of Pennsylvania, USA, Ashgate Science and Religion Series, p. 1). «Εξετάζοντας τον λόγο ύπαρξης της νευροθεολογίας ως ξεχωριστό επιστημονικό πεδίο βρίσκουμε τέσσερεις θεμελιώδεις στόχους για την επιστημονική έρευνα. 1. Την βελτίωση της κατανόησης του ανθρώπινου νου και του εγκεφάλου. 2. Την βελτίωση της κατανόησης της θρησκείας και της θεολογίας. 3. Την βελτίωση της κατάστασης του ανθρώπου ιδίως όσον αφορά την υγεία και την ευημερία. 4. Την βελτίωση της κατάστασης του ανθρώπου ιδίως όσον αφορά τη θρησκεία και την πνευματικότητα. Αυτοί οι τέσσερεις στόχοι αλληλοπεριχωρούνται στο ότι οι θρησκευτικές και επιστημονικές αναζητήσεις και έρευνες μπορούν να επωφεληθούν από τις έρευνες της Νευροθεολογίας» (Andrew B. Newberg, Principles of Neurotheology, University of Pennsylvania, USA, Ashgate Science and Religion Series, p. 18).

Τον όρο Νευροθεολογία για πρώτη φορά χρησιμοποίησε ο Άλντους Χάξλεϋ (1894 – 1963). Το 1962 ο Χάξλεϋ δημοσίευσε το τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Το Νησί», όπου αναφέρει για πρώτη φορά τους όρους Νευροθεολογία και Νευροθεολόγος: «Ποιοι είναι οι ‘μεγάλοι’; ... Αυτή είναι ερώτηση για ένα νευροθεολόγο. ... Κάποιον που σκέπτεται για τους ανθρώπους με όρους που αφορούν, συγχρόνως, το Καθαρό Φως του Κενού και το αυτόνομο νευρικό σύστημα. Οι ‘μεγάλοι’ είναι ένα μίγμα Νου και φυσιολογίας». Ο όρος νευροβιολογία χρησιμοποιείται εναλλακτικά με τον όρο νευροεπιστήμη.

Στο αγγλικό κείμενο ο Χάξλεϋ γράφει: «... ”... who are the grown-ups?” ... “That's a question for a neurotheologian ... Somebody who thinks about people in terms, simultaneously, of the Clear Light of the Void and the vegetative nervous system. The grown-ups are a mixture of Mind and physiology”. ... “The children are the little fellows who think they know better than the grown-ups” ... “And so must be told to run along and play”». «Pharmacology, sociology, physiology, not to mention pure and applied autology, neurotheology, metachemistry, mycomysticism, ...». «Το Νησί» του Χάξλεϋ κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κάκτος σε μετάφραση του Αντώνη Αϊδίνη, όμως στις σελίδες 110 και 161, αντίστοιχα, που βρίσκονται τα παραπάνω τμήματα του κειμένου, απουσιάζει η μετάφραση των όρων «neurotheologian»-νευροθεολόγος και «neurotheology»-νευροθεολογία.



Στο χώρο της ορθόδοξης θεολογίας ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης έκανε μια πρώτη προσπάθεια να εισάγει τη νευροθεολογία, ήδη από το 1966, με τη μελέτη του «Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΥΡΟΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ, Η ΔΕ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ». Στο βιβλίο ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ (εκδόσεις Παρακαταθήκη 2004) παρουσιάζονται απομαγνητοφωνημένες πανεπιστημιακές παραδόσεις του π. Ιωάννη Ρωμανίδη από το ακαδημαϊκό έτος 1983-84 και είναι πολύ ενδιαφέροντα από την άποψη της νευροθεολογίας όσα λέει ο π. Ιωάννης ειδικά στην ενότητα για τη νοερά προσευχή.



 

12. Περί νοεράς προσευχής


Το θέμα τώρα της νοεράς προσευχής είναι πολύ ενδιαφέρον. Η νοερά προσευχή είναι μία καθαρά εμπειρική κατάσταση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται περί εμπειρίας. Ούτε ένας ψυχίατρος μπορεί να αρνηθεί ότι η νοερά προσευχή είναι καθαρή εμπειρία. Η διαφορά μας με τους ψυχιάτρους θα ήταν όχι στο γεγονός αυτό καθ’ εαυτό, αλλά στην αιτία που προκαλεί την νοερά προσευχή. Δηλαδή, αν το θέμα αυτό τεθεί υπόψη των επιστημόνων των θετικών επιστημών, π.χ. ψυχολόγων, ψυχιάτρων, παθολόγων, βιολόγων κ.λ.π. σαν ένα φαινόμενο άξιο παρατήρησης και μελέτης, θα είναι υποχρεωμένοι οι άνθρωποι αυτοί, εφαρμόζοντας την επιστημονική μέθοδο έρευνας, να προβάλουν υποθέσεις.

Βέβαια η Εκκλησία έχει την δική της κατατεθειμένη εμπειρία του φαινομένου. Ένας, που έχει νοερά προσευχή [//52] μέσα του, «ακούει» ο ίδιος την προσευχή αυτή να λέγεται μέσα στην καρδιά του. Και υπάρχει εκατοντάδων ετών παράδοση αυτής της πνευματικής κατάστασης. Από τους αγίους έχει δοθεί μία συγκεκριμένη ερμηνεία σ’ αυτήν την πάραδοση της νοεράς προσευχής και βάσει αυτής της ερμηνείας η Εκκλησία γνωρίζει ότι η νοερά προσευχή είναι μία πνευματική εμπειρία και ότι είναι αποτέλεσμα της επενεργείας του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά του ανθρώπου. Αυτή είναι μια μακραίωνη παράδοση, που κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την ύπαρξή της, διότι υπάρχουν πάρα πολλά συγγράμματα των Πατέρων επάνω στο θέμα αυτό, εκτός από όσα αναφέρονται γι’ αυτήν στην Αγία Γραφή. Και υπάρχουν σήμερα άνθρωποι, που ζουν αναμεταξύ μας, οι οποίοι γνωρίζουν από προσωπική τους εμπειρία, επειδή την ζουν, ενεργουμένη μέσα τους, την νοερά προσευχή.

Οπότε, εφ’ όσον αυτοί οι επιστήμονες αποδεχθούν αυτήν την πραγματικότητα, μετά θα πρέπει να προβάλουν τις δικές τους υποθέσεις για να εξηγήσουν το φαινόμενο αυτό της νοεράς προσευχής. Βέβαια μεταξύ τους θα υπάρχουν και μερικοί, που θα πουν ότι αυτό είναι ένα εφεύρημα των παπάδων, ιδίως εδώ στην Ελλάδα! Θα πουν ότι αυτά τα λένε οι παπάδες, ότι είναι προϊόν της φαντασίας τους. Μακάρι όμως οι παπάδες να ασχολούντο με τέτοια πράγματα εδώ στην Ελλάδα.

Άλλοι τώρα από αυτούς τους επιστήμονες ίσως πουν ότι αυτό είναι ένα είδος υπνωτισμού. Είχα μία σχετική συζήτησι με γιατρούς, μάλιστα με καθηγητές Πανεπιστημίου, οι οποίοι έλεγαν ότι αυτό είναι ένα είδος υπνωτισμού! Όμως, έστω, ας είναι έτσι γι’ αυτούς. Αλλά ένας ψυχίατρος [//53] είναι υποχρεωμένος να ασχοληθεί συστηματικά με το θέμα αυτό.

Σχετικά με τον υπνωτισμό τώρα, ο οποίος πράγματι είναι μία εμπειρία. Ο ψυχίατρος όμως θα πρέπει να μπορεί να εξακριβώσει, αν η νοερά προσευχή είναι ένα είδος υπνωτισμού ή όχι. Ο υπνωτισμός μπορεί να οδηγήσει σε παραίσθηση, που σημαίνει σε ασυνταξία ως προς την σωστή σύνθεση των εμπειρικών εντυπώσεων, που έχει ο άνθρωπος μέσα στην μνήμη του. Όμως όλα τα στοιχεία, που συνθέτουν μία παραίσθηση, είναι παρμένα από τις αισθήσεις. Διότι ο άνθρωπος που φθάνει σε παραίσθηση, φθάνει σ’ αυτήν, όχι διότι έχει χάσει την επαφή του με τα αισθητά, αλλά επειδή η μνήμη του έχει εκτροχιασθεί και η σύνθεση των εντυπώσεων, που γίνεται μέσα στο μυαλό του, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αταξία στην ταξινόμηση των εντυπώσεων. Έτσι έχομε τους ανισόρροπους, καθώς και αυτούς που ονειρεύονται στον ξύπνιο τους. Τα στοιχεία δηλαδή των αισθήσεων, που συνθέτουν μία παραίσθηση, είναι υπαρκτά. Εκείνος, που βρίσκεται σε παραίσθηση μπορεί να βλέπει κάτι, που δεν υπάρχει εκείνην την στιγμή μπροστά του, που είναι όμως υπαρκτό [Αυτό συμβαίνει με τα παραισθησιογόνα, όπως π.χ. το LSD. Βέβαια, παραίσθηση μπορεί να έχει κάποιος και κατά τον υπνωτισμό, όταν εισαχθεί από τον υπνωτιστή δαιμονική ενέργεια, οπότε ο υπνωτισμένος έρχεται σε επαφή με πονηρά πνεύματα].

Όσον αφορά στον υπνωτισμό, εκείνος που υπνωτίζεται μπαίνει σε μία κατάσταση κώματος, σαν δηλαδή να βρίσκεται σε κώμα και, αφού βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση, [//54] ενθυμείται πράγματα από το παρελθόν και απαντά στα ερωτήματα εκείνου που τον υπνώτισε. Οπότε, σαν υπνωτισμένος που είναι, δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα.

Όσον αφορά τώρα στην νοερά προσευχή, δεν έχομε να κάνουμε με κάτι υπαρκτό, που έχει ήδη κατατεθεί στην μνήμη και το οποίο ανακαλείται από την μνήμη και έτσι ονειρεύεται ο άνθρωπος. Δεν συμβαίνει το ίδιο, όπως σε μία παραίσθηση, που βλέπει κανείς κάτι, χωρίς όμως να υπάρχει πράγματι γύρω του εκείνο που βλέπει εκείνην την στιγμή ούτε να υποπίπτει στις αισθήσεις του εκείνην την στιγμή. Στην περίπτωση της νοεράς προσευχής ό,τι συμβαίνει στην καρδιά του ανθρώπου και ό,τι αισθάνεται ο άνθρωπος, λαμβάνει χώρα εκείνην την στιγμή που το αισθάνεται. Δεν είναι κάτι του παρελθόντος. Είναι μία εμπειρία του παρόντος. Το να είναι επίσης κανείς σε εγρήγορση πνεύματος, πράγμα που συμβαίνει κατά την νοερά προσευχή , δηλαδή ούτε υπνωτισμένος να είναι ούτε να βρίσκεται σε παραίσθηση, και ταυτόχρονα να βιώνει κάτι το πολύ ξεκάθαρο μέσα του, μέσα στην καρδιά του, κάποιον άλλον, που προσεύχεται μέσα του για λογαριασμό του «στεναγμοίς αλαλήτοις» [Βλ. Ρωμ. 8, 26], τέτοιο πράγμα δεν συμβαίνει στον υπνωτισμό. Κατά την νοερά προσευχή ο άνθρωπος έχει πλήρη συνείδηση ότι κάτι οικείο προς την φύση του και ενεργούμενο έσωθεν, όχι όμως από τον ίδιο λαμβάνει χώρα μέσα του, το οποίο όχι μόνο βιώνει ξεκάθαρα αλλά ταυτόχρονα το παρατηρεί, και στο οποίο μπορεί εκούσια να συμμετέχει.

Το βάρος την αποδείξεως την αληθείας αυτής της εμπειρίας [//55] δεν ανήκει στους Ορθοδόξους, οι οποίοι την κατέχουν, αλλά στους επιστήμονες, οι οποίοι την αμφισβητούν ή θέλουν να την ερευνήσουν. Αν πάλι οι επιστήμονες δώσουν δική τους ερμηνεία σ’ αυτό το φαινόμενο της νοεράς προσευχής, αυτοί οι ίδιοι θα πρέπει να αποδείξουν ότι η δική τους ερμηνεία είναι η σωστή ερμηνεία. Διότι οι Ορθόδοξοι έχουν παράδοση αιώνων της ερμηνείας της νοεράς προσευχής, της οποίας η αλήθεια είναι αδιαφιλονίκητη για τους Ορθοδόξους. Και είναι αυτή η ερμηνεία αδιαφιλονίκητη, διότι δεν είναι ερμηνεία παρελθούσης εμπειρίας, η οπoία δεν μπορεί να εξακριβωθεί ή να επαναληφθεί, αλλά είναι ερμηνεία μιας ζώσης, αληθινής, σημερινής εμπειρίας και πραγματικότητας, που συνεχώς επαναλαμβάνεται και συνεχίζεται και παραδίδεται από γενεά σε γενεά μέσα στην Ορθόδοξο Εκκλησία.

Η Εκκλησία στην γλώσσα της, που είναι η εκκλησιαστική γλώσσα, λέγει διά στόματος του αποστόλου Παύλου: «Δεν μιλούμε με την ανθρώπινη σοφία, αλλά με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος» [Α’ Κορ. 2, 4: «... Και ο λόγος μου και το κήρυγμά μου ουκ εν πειθοίς ανθρωπίνης σοφίας λόγοις, αλλ’ εν αποδείξει Πνεύματος και δυνάμεως»]. Τι εννοεί μ’ αυτό; Γιατί ο Απόστολος αντιπαρατάσσει την δύναμη του Αγίου Πνεύματος με την σοφία του κόσμου τούτου; Διότι ο άνθρωπος, που έχει γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος, που έχει δηλαδή έλθει μέσα του το Άγιο Πνεύμα και έχει κατοικήσει μέσα στην καρδιά του, αυτός ο άνθρωπος αισθάνεται ζωντανά μέσα στην καρδιά του την δύναμη, δηλαδή την ενέργεια [//56] του Αγίου Πνεύματος, και έτσι δεν πείθεται ότι έχει γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος από λόγια άλλων ούτε από φιλοσοφικά ή θεολογικά επιχειρήματα άλλων, αλλά γνωρίζει ότι είναι ναός του Αγίου Πνεύματος από άμεση και προσωπική του εμπειρία· διότι νιώθει, ακούει μέσα του το Άγιο Πνεύμα, που κάνει τον παπά και τον ψάλτη μέσα στην καρδιά του. Δηλαδή είναι η συμμαρτυρία του Αγίου Πνεύματος στο πνεύμα του ανθρώπου εκείνο το πράγμα, που δίνει στον άνθρωπο αυτόν την απόλυτη βεβαιότητα ότι έχει γίνει το σώμα του ναός του Θεού, αφού το Πνεύμα το Άγιο ήλθε και σκήνωσε στην καρδιά του. Αυτήν την κατάσταση περιγράφει ο απόστολος Παύλος, όταν λέγει: «Το Πνεύμα του Θεού κράζει μέσα στις καρδιές μας το αββά ο Πατήρ» [Γαλ. 4, 6. «Ότι δε εστε υιοί, εξαπέστειλεν ο Θεός το Πνεύμα του υιού αυτού εις τας καρδίας υμών κράζον• αββά ο πατήρ»]. Φωνάζει δηλαδή μέσα μας το Άγιο Πνεύμα απευθυνόμενο προς τον Πατέρα και λέγει: «Πατέρα μου»!

Αυτό λοιπόν, που περιγράφει ο απόστολος Παύλος, είναι μία πραγματικότητα ή μία φαντασιοπληξία; Πετούσε στα σύννεφα ο απόστολος Παύλος, όταν το έλεγε αυτό; Αν προσέξετε καλά σε όσα λέει ο απόστολος Παύλος στο κεφ. 8 της προς Ρωμαίους επιστολής του, θα δείτε ότι μιλάει για πραγματική προσευχή στην καρδιά του ανθρώπου. Αλλά δεν είναι μόνο ο απόστολος Παύλος που μιλάει έτσι. Και ο Δαβίδ στους Ψαλμούς του μιλάει έτσι και η Παλαιά Διαθήκη μιλάει έτσι. Γι’ αυτό βλέπομε εδώ ποιος ήταν ο λόγος που οι αρχαίοι Χριστιανοί, που προετοιμάζονταν για την νοερά προσευχή, πρώτα αποστηθίζανε όλο το Ψαλτήρι. [//57] Αυτήν τη μεγάλη σημασία είχε το Ψαλτήρι γι’ αυτούς· στο να τους βοηθήσει να εργασθούν την νοερά προσευχή.

Δεν ξέρω πόσοι Χριστιανοί σήμερα έχουν διαβάσει ολόκληρο το Ψαλτήρι. Τα παλιά χρόνια το διάβαζαν επάνω στους πεθαμένους πριν την κηδεία. Ίσως τότε να ήταν η μόνη φορά που διάβαζαν ολόκληρο το Ψαλτήρι. Το διάβαζε ο παπάς και, αν είχε κοντά του κανένα ψάλτη, έβαζε και τον ψάλτη και το διάβαζε. Τα παλιά χρόνια, για να χειροτονηθεί κανείς επίσκοπος, έπρεπε να αποδείξει ότι ήξερε το Ψαλτήρι [Κανών β’ της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου]. Γιατί; Γιατί το Ψαλτήρι είχε τόσο μεγάλη σημασία μέσα στην Εκκλησία; Διότι το Ψαλτήρι έχει προσευχές σχετικές με την νοερά προσευχή. Διότι η νοερά προσευχή στην Εβραϊκή παράδοση, στην Προφητική παράδοση, αλλά και στην αρχαία Χριστιανική παράδοση, γινόταν και με τους Ψαλμούς. Γι’ αυτόν τον λόγο λέει ο απόστολος Παύλος «προσεύξομαι τω πνεύματι, προσεύξομαι και τω νοΐ. Ψαλώ τω πνεύματι, ψαλώ και τω νοΐ» [Α’ Κορ. 14, 15]. Οπότε η νοερά προσευχή δεν είναι μόνο προσευχή με λόγια, αλλά είναι και ψαλμωδία, ψαλμός δηλαδή. Γι’ αυτό έχομε και δείγματα από την Παράδοση ότι η νοερά ευχή γινόταν και με τους Ψαλμούς. Ένα από αυτά τα παραδείγματα είναι εκείνο του Αγίου Ιωάννου του Κασσιανού, ο οποίος διδάσκει νοερά προσευχή με Ψαλμούς. Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες γι’ αυτό το πράγμα [Στο «Ρουμανικό Γεροντικό», που έγραψε ο π. Ιωαννίκιος Μπάλαν, (έκδ. «Ορθοδόξου Κυψέλης»), αναφέρεται η περίπτωσις ενός λαϊκού Χριστιανού, ο οποίος είχε αδιάλειπτη την νοερά προσευχή, απαγγέλλοντας διαρκώς του Ψαλμούς].

[//58] Οπότε δεν χρειάζεται καμιά φιλοσοφική απόδειξη γι’ αυτά τα θέματα, εφ’ όσον εκείνοι, που πιστεύουν και έχουν φθάσει σ’ αυτήν την κατάσταση της νοεράς προσευχής, έχουν μέσα τους αυτήν την εμπειρία; Και, εφ’ όσον υπάρχει αυτή η εμπειρία, σε τι χρειάζεται η μεταφυσική; Σε τι χρειάζεται η φιλοσοφία; Σε τι βοηθάει η φιλοσοφία; Βοηθήθηκε ποτέ κανείς ουσιαστικά στην ζωή του από καμιά φιλοσοφία στο να αποκτήσει αυτήν την κατάσταση της νοεράς προσευχής, που ενεργεί αδιάλειπτα μέσα στην καρδιά, ώστε να γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος;

Όταν κανείς δεν έχει τέτοια εμπειρία, αλλά θέλει να την αποκτήσει, τότε πηγαίνει και διδάσκεται από αυτούς που έχουν αυτή την εμπειρία. Η εμπειρία αυτή της νοεράς προσευχής είναι συνήθως - αν και υπάρχουν εξαιρέσεις - απαραίτητη προϋπόθεση για να φθάσει κάποιος στην εμπειρία της θέωσης, κατά την οποία αποκτά εμπειρία της άκτιστης δόξας του Θεού. Αυτή η εμπειρία της θέωσης είναι αποκλειστικά δώρο Θεού, το οποίο ο Θεός χαρίζει σε όποιους θέλει, όταν θέλει και για όσο θέλει και δεν εξαρτάται από την ανθρώπινη προσπάθεια. Προϋπόθεση όμως υπό συνήθεις συνθήκες είναι το να έχει κανείς την νοερά προσευχή.



 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
ΠΕΡΙ ΠΟΛΛΩΝ